Δρ. Αἴας-Θεόδωρος Παπασταύρου


Ear᾿ΩτοNoseΡινοThroatΛαρυγγολογία
Χειρουργικὴ Κεφαλῆς & Τραχήλου

ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΑ-ΑΛΛΕΡΓΙΑ

 Ἀσκληπιὸς & Ὑγιεία
ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Εἰσαγωγή

Οἱ ἔμβιοι ὀργανισμοὶ διαβιοῦν σὲ ἰσορροπία μὲ τὸ περιβάλλον. Ἡ ἰσορροπία δὲν εἶναι δεδομένη οὔτε ἀπόλυτη· εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς διαρκοῦς ἀλληλεπιδράσεως, μιᾶς διαρκοῦς διαπραγματεύσεως τῶν ὁρίων τοῦ κάθε ὀργανισμοῦ ἀπέναντι στοὺς ἄλλους. Γιὰ τὴν ἐπιβίωσί τους οἱ ὀργανισμοὶ χρειάζονται μηχανισμοὺς προστασίας, τόσο πιὸ πολύπλοκους, ὅσο ὑψηλότερα εὑρίσκονται στὴ ζωολογικὴ κλίμακα.

 

Στὴν ἱστοσελίδα αὐτὴ θὰ βρῆτε ἀπαντήσεις στὰ ἀκόλουθα θέματα:

 

Τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα στὸν ἄνθρωπο

Πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ἐπίκτητη ἀνοσία;

Τί εἶναι ἡ εὐαισθητοποίησι;

Διαταραχὲς τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ

Ἀνοσοανεπάρκειες

Ἀντιδράσεις Ὑπερευαισθησίας

Αὐτοάνοσες Παθήσεις

Ἀνοσολογικὴ Ἀνοχή

Τῦποι ἀνοσολογικῆς ἀντιδράσεως

Τῦπος Ι

Τῦπος ΙΙ

Τῦπος ΙΙΙ

Τῦπος ΙV

Συστηματικὸς Ἐρυθηματώδης Λῦκος

Ρευματοειδὴς Ἀρθρῖτις

Ὀζώδης Πολυαρτηρῖτις

Κοκκιωμάτωσις Wegener

Ὑποτροπιάζουσα Πολυχονδρῖτις

Σύνδρομο Cogan

Σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada

Σύνδρομο Ἀδαμαντιάδη-Behçet

Συμπέρασμα

                                                                                                                                                              

ΜΕΡΟΣ Α: Γενικὲς ἀρχές

 

Τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα στὸν ἄνθρωπο

Τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἐπιτελεῖ τὴ λειτουργία τῆς προστασίας ἀπὸ ἐξωτερικὲς βιολογικές ἀπειλές. Οἱ ἐπὶ μέρους ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ συστήματος εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθοῦν σὲ φυσικὲς καὶ ἐπίκτητες. Τὸ διχοτομικὸ κριτήριο γι' αὐτὴν τὴ διάκρισι εἶναι ἡ ἀναγκαιότης προϋπάρξεως μυητικῆς ἐπαφῆς μὲ τὸ παθογόνο αἴτιο. Παράδειγματα ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς φυσικῆς ἀνοσίας εἶναι οἱ ὄξινες ἐκκρίσεις τῶν ἀδένων τοῦ δέρματος, ἡ ἀντισηπτικὴ ἰδιότης τοῦ σιέλου, οἱ βλεννογονικὲς ἀνοσοσφαιρίνες Α, τὸ σύστημα τοῦ συμπληρώματος, ἡ φαγοκυττάρωσι κλπ. Ἡ φυσικὴ ἀνοσία εἶναι μή εἰδικοῦ τύπου, δὲν ἀπευθύνεται δηλαδὴ εἰδικὰ σὲ συγκεκριμένο παθογόνο αἴτιο. Ἡ ἐπίκτητη ἀνοσία χρειάζεται μιὰ πρώτη, ἀναγνωριστικὴ ἐπαφὴ γιὰ ν' ἀναπτυχθῇ, καὶ εἶναι πάντοτε εἰδικοῦ τύπου, διότι στρέφεται μὲ εἰδικὸ τρόπο κατὰ τοῦ κάθε συγκεκριμένου παθογόνου.                                                                                                                                                            

Πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ἐπίκτητη ἀνοσία;

Ἐκδηλώνεται ἀπὸ τὰ λεμφοκύτταρα, μέσῳ τῶν οὐσιῶν ποὺ αὐτὰ παράγουν. Ἡ τάξι Β τῶν λεμφοκυττάρων παράγει τὶς ἀνοσοσφαιρίνες, τὰ γνωστὰ σὲ ὅλους ἀντισώματα (χυμικὴ ἀνοσία), τὰ ὁποῖα προετοιμάζουν τὰ ἀντιγόνα γιὰ καταστροφή, μέσῳ τῆς φυσικῆς ἀνοσολογικῆς λειτουργίας ποὺ λέγεται φαγοκυττάρωσι. Ἡ τάξι Τ τῶν λεμφοκυττάρων ἔχει στρατηγικὸ ρόλο στὴ συνολικὴ ἀνοσολογικὴ ἀπάντησι, διότι ἀφ' ἑνὸς ρυθμίζει τὸ ἄν, τὸ πότε καὶ πόσο θὰ ἀντιδράσουν τὰ Β-λεμφοκύτταρα, ἀφ' ἑτέρου ἐκδηλώνει ἄμεση κυτταροτοξικότητα, καταστρέφοντας τὰ μικρόβια ἢ ἀκόμη καὶ κύτταρα τοῦ ὀργανισμοῦ, προσβεβλημένα ἀπὸ ἰούς (κυτταρικὴ ἀνοσία). Βασικὸ στοιχεῖο τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀναγνώρισι τῶν ξένων ἀπὸ τὰ ἴδια στοιχεῖα, διότι ἀλλοιῶς ὁ ὀργανισμὸς θὰ αὐτοκατεστρέφετο.                                                                                                                                                            

Τί εἶναι ἡ εὐαισθητοποίησι/ἀπευαισθητοποίησι;
Ἡ πρώτη ἐπαφὴ τοῦ ὀργανισμοῦ μὲ κάποιο ἀντιγόνο προκαλεῖ τὴν
εὐαισθητοποίησι, ἕνα εἶδος "μυήσεως" ἢ "γνωριμίας". Τὰ στοιχεῖα τῆς ἐπαφῆς καταγράφονται καὶ ἀποθηκεύονται σὲ ἕνα ἰδιαίτερο μικροπληθυσμὸ Β-λεμφοκυττάρων, ποὺ ζοῦν ἐφ' ἑξῆς στὸν μυελὸ τῶν ὀστῶν καὶ λέγονται μνημονικὰ ἀνοσοκύτταρα. Σὲ ἐνδεχομένη μεταγενέστερη ἐπαφὴ μὲ τὸ συγκεκριμένο ἀντιγόνο δὲν χρειάζεται νέα γνωριμία, ἀλλὰ ἁπλῆ ἀναγνώρισι τοῦ εἰσβολέως. Ἡ ἀπάντησι εἶναι προσχεδιασμένη καὶ ταχεία. Πολλαπλασιάζεται ὁ ἕτοιμος εἰδικὸς κλῶνος μνημονικῶν ἀνοσοκυττάρων μέχρι τοῦ σταδίου τοῦ πλασματοκυττάρου· τὰ πλασματοκύτταρα παράγουν τὰ ἀντισώματα. Ὅταν ἡ λοίμωξι περάσῃ, μὲ νίκη τοῦ ὀργανισμοῦ, τότε ὁ κλῶνος ἀνοσοκυττάρων, ποὺ εἶχε πολλαπλασιασθῆ γιὰ νὰ παραγάγῃ ἀντισώματα, ὑποστρέφει καὶ παραμένει σὲ λαθροβίωσι μέχρι νὰ ἐκδηλωθῇ νέα ἀπειλὴ ἀπὸ τὸ ἴδιο παθογόνο.

Ἀπευαισθητοποίησι καὶ ἡ εὐαισθητοποίησις εἶναι ἀντίθετες μόνο ὡς λέξεις καὶ ὄχι ὡς βιολογικὲς διαδικασίες. Ἡ ἀπευαισθητοποίησι εἶναι ἀνοσοθεραπευτικὴ διαδικασία, μὲ κλινικὴ ἐφαρμογὴ κυρίως στὴν ὁλοετησία ἀλλεργία, κατὰ τὴν ὁποία χορηγοῦνται αὐξανόμενες, ἐθιστικὲς δόσεις ἀντιγόνου. Πειραματικὰ χρησιμοποιεῖται καὶ στὴν ἀνοσοθεραπεία μερικῶν μορφῶν καρκίνου. Περισσότερα ἐδῶ.                                                                                                                                                            

Διαταραχὲς τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ

1. Ἀνοσοανεπάρκειες

Τυχὸν ἐλαττωμένη ἀνοσολογικὴ ἀπάντησι συνιστᾷ ἀνεπάρκεια τοῦ συστήματος τῆς φυσικῆς ἢ τῆς ἐπίκτητης ἀνοσίας, μὲ συνέπεια τὴν εὐαισθησία σὲ λοιμώξεις, κατὰ τὶς ὁποῖες καταπατῶνται τὰ ὅρια τοῦ ὀργανισμοῦ, ἐνίοτε μὲ συνέπεια τὸν θάνατο. Οἱ διάφορες ἀνοσοανεπάρκειες ταξινομοῦνται ναλόγως τοῦ συγκεκριμένου ὑποσυστήματος, ποὺ ἀνεπαρκεῖ, σὲ διάφορες κατηγορίες. Γιὰ παράδειγμα, ἡ πιὸ γνωστὴ σήμερα ἀνοσοανεπάρκεια, τ AIDS, καταστέλλει ἀρχικῶς τὴν κυτταρικὴ ἀνοσία καὶ ἀργότερα ἀποδιοργανώνει συνολικὰ τὸ ἀνοσοποιητικό. Ἄλλες ἀνοσοανεπάρκειες συμπεριφέρονται μὲ διαφορετικοὺς τρόπους.
                                                                                                                                                

2. Ἀντιδράσεις Ὑπερευαισθησίας

Ἀντιθέτως ἡ ὑπερβολικὴ δραστηριοποίηση τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ, χωρὶς νὰ χρειάζεται, παράγει τὶς ἀντιδράσεις ὑπερευαισθησίας διαφόρων τύπων, μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι καὶ ἡ ἀλλεργία ποὺ προκαλεῖ ρινίτιδα. Ἀλλεργικὴ ἀντίδρασι παράγεται ὅταν τὸ ξένο ἀντιγόνο δὲν εἶναι τοξικό, εἶναι ἁπλῶς ξένο (πχ μία γῦρις)· ἀναγνωρίζεται ὅμως ἐφαλμένως ὡς τοξικό, καὶ κινητοποιεῖται μηχανισμὸς καταστροφῆς του, ὁ ὁποῖος παράγει ἕνα τῦπο ἄσηπτης, ἱσταμινικῆς φλεγμονῆς, ποὺ ἐνοχλεῖ ἄσκοπα τὸν ἴδιον τὸν ὀργανισμό, θέτοντάς τον σὲ δυσαρμονία μὲ τὸ περιβάλλον.                                                                                                                                                              

3. Αὐτοάνοσες Παθήσεις

Ἄλλο εἶδος ὑπερβολικῆς δραστηριοποιήσεως τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ ἔχομε στὶς αὐτοάνοσες παθήσεις, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζονται κυρίως ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένη ἀναγνώρισι τῶν ἰδίων ἀντιγόνων ὡς ξένων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀπορρύθμισι τοῦ βαθμοῦ ἀντιδράσεως τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ (ὑπερβολή). Ἡ κινητοποίησι ἀσήπτου φλεγμονῆς εἶναι καταστροφικὴ γιὰ τοὺς ἐμπλεκομένους ἱστούς.
                                                                                                                                                

Ἀνοσολογικὴ Ἀνοχή
Ἡ μή ἐπίθεσι τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ κατὰ τῶν ἱστῶν τοῦ ὀργανισμοῦ του βασίζεται στὸ φαινόμενο τῆς
ἀνοσολογικῆς ἀνοχῆς, κατὰ τὸ ὁποῖο τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα "ἀνέχεται" τὰ ἀντιγόνα τοῦ ἰδίου σώματος χωρὶς νὰ δημιουργῇ κλινικὰ σημαντικὴ ἀνοσολογικὴ ἀπάντησι. Ἡ ἀνοσολογικὴ ἀνοχὴ δημιουργεῖται μὲ τὴν ἀπαλοιφὴ ὁλόκληρων κλώνων ἀνοσοκυττάρων, ἂν αὐτὰ ἔχουν εὐαισθητοποιηθῆ ἀπέναντι τῶν ἰδίων ἀντιγόνων τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ ρύθμισι τοῦ ἐπιπέδου τυχὸν ἀνοσολογικῆς ἀντιδράσεως σὲ περιφερικὸ ἐπίπεδο. Θεραπευτικὴ ἀνοσολογικὴ ἀνοχὴ ἔναντι ξένων ἀντιγόνων δημιουργεῖται κατὰ τὴν ἀνοσοθεραπεία, διὰ τῆς ἐξωγενοῦς χορηγήσεως τῶν ἀντιγόνων σὲ ἐθιστικὲς δόσεις. Μερικὲς φορὲς ἡ ἀνοσολογικὴ ἀνοχὴ παύει νὰ λειτουργῇ γιὰ διαφόρους λόγους, ὅπως πχ παράκαμψι Τ-λεμφοκυττάρων, ἀσυνέργεια Τ- καὶ Β-λεμφοκυττάρων, κακὴ λειτουργία τῶν ἀναγνωριστικῶν ὑποδοχέων τῶν Β-λεμφοκυττάρων, ἀντιγονικὴ ἀπομίμησι, διασταυρούμενη ἀντιγονικότητα, ἀπορρύθμισι κυτταροκινῶν κλπ. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς δημιουργεῖται αὐτοάνοση πάθησι. Σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς περιπτώσεις αὐτοανοσίας πρόκειται γιὰ κατάργησι μόνο τῆς Β-λεμφοκυτταρικῆς ἀνοχῆς, χωρὶς ἀντίστοιχη μείωσι καὶ τῆς Τ-ἀνοχῆς. Ἡ ἀσυνέργεια αὐτὴ μεταξὺ τῶν δύο κλάδων τῆς ἐπικτήτου ἀνοσίας ὁδηγεῖ τὴ φυσιολογικὴ ἔκφρασι τῶν Τ-λεμφοκυττάρων σὲ παθολογικὰ ἀποτελέσματα.
                                                                                                                                                           

Τῦποι ἀνοσολογικῆς ἀντιδράσεως

Τῷ 1963 οἱ Gell καὶ Coombs ταξινόμησαν τὶς ἀνοσολογικὲς ἀντιδράσεις σὲ 4 σαφεῖς κατηγορίες, ποὺ δηλώνονται μὲ τοὺς λατινικοὺς ἀριθμοὺς Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV. Στὶς αὐτοάνοσες παθήσεις ἔχει βρεθῆ ὅτι μπορεῖ νὰ συμμετέχουν ὅλοι οἱ τῦποι ἀντιδράσεως, κάποιος ἀπ' ὅλους ὅμως εἶναι ὁ καθοριστικὸς σὲ κάθε περίπτωσι.

 

Τῦπος Ι (χυμικὴ ἀνοσία: IgE)

Στὶς ἀνοσολογικὲς ἀντιδράσεις τύπου Ι μεσολαβεῖ ὑποχρεωτικῶς ἡ ἀνοσοσφαιρίνη Ε (IgE). Ὁ τῦπος αὐτὸς χρακτηρίζεται ἀπὸ ἐνεργοποίησι εὐαισθητοποιημένων κυττάρων τῆς φυσικῆς ἀνοσίας (σιτευτικὰ μακροφάγα ἢ μαστοκύτταρα), τὰ ὁποῖα ἐκκρίνουν ἱσταμίνη καὶ ἄλλες ἀγγειοδραστικὲς οὐσίες στὸ περιβάλλον τους. Στὸν τῦπο Ι ὑπάγονται οἱ ἀλλεργίες σὲ πνευμοαλλεργιογόνα καὶ ἡ ἀναφυλλαξία. Στὴν Αὐτοάνοση Ὠτολογικὴ Νόσο (ΑΩΝ) ὁ τῦπος Ι θεωρεῖται ὅτι συμμετέχει μὲ ἱσταμινικὴ ἀγγειοδιαστολή, διαταραχὴ τῆς ἰοντικῆς ἰσορροπίας καὶ παραγωγὴ ἐνδολεμφικοῦ ὕδρωπος λόγῳ αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς ἔσω λέμφου.
                                                                                                                                                           

Τῦπος ΙΙ (χυμικὴ ἀνοσία: IgM ἢ IgG + συμπλήρωμα)

Χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἐνεργοποίησι τοῦ συμπληρώματος (συστατικοῦ τῆς φυσικῆς ἀνοσίας) λόγῳ ἐπιθέσεως ἀντισωμάτων ἐναντίων ἀντιγόνων ποὺ εὑρίσκονται σὲ ἱστούς, μὲ τὴ μεσολάβησι ἀνοσοσφαιρίνης Μ ἢ G (IgM ἢ IgG). Τὰ ἀντιγόνα αὐτὰ μπορεῖ νὰ εἶναι εἴτε ἐξωγενῆ (πχ φάρμακα καὶ ἰοί, ὁπότε πυροδοτοῦνται ἐξωγενῆ αὐτοάνοσα συμπτώματα, μιμούμενα τὰ φυσικὰ αὐτοάνοσα νοσήματα), εἴτε ἐνδογενῆ (πχ DNAªἐρυθηματώδης λῦκος, βασικὲς μεμβράνες συγκεκριμένων ὀργάνωνªσ. Goodpasture κλπ). Ὁ τῦπος ΙΙ θεωρεῖται (συν)ὑπεύθυνος γιὰ ἐκεῖνες τὶς περιπτώσεις Αὐτοανόσου ᾿Ωτολογικῆς Νόσου στὶς ὁποῖες συνδυάζεται σ. Menière καὶ θετικὴ δοκιμασία Western-blot γιὰ HSP70.

                                                                                                                                                           
Τῦπος ΙΙΙ (χυμικὴ ἀνοσία: IgG + συμπλήρωμα)

Χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν καθίζησι ἀνοσοσυμπλεγμά-των στὴ μικροκυκλοφορία καὶ τὴν πρόκλησι ἀγγειίτιδος. Μεσολαβεῖ ἀνοσοσφαιρίνη G (IgG). Νοσήματα στὰ ὁποῖα κυριαρχεῖ ὁ μηχανισμὸς αὐτὸς εἶναι ὁ ἐρυθηματώδης λῦκος, ἡ κοκκιωμάτωσις Wegener κλπ. Ὁ τῦπος ΙΙΙ θεωρεῖται (συν)ὑπεύθυνος γιὰ ἐκεῖνες τὶς περιπτώσεις ΑΩΝ μὲ ὑψηλὸ τίτλο κυκλοφορούντων ἀνοσοσυμπλεγμάτων, ἢ ἐκεῖ ὅπου ἡ ΑΩΝ συνυπάρχει μὲ αὐτοάνοσο νόσημα αὐτῆς τῆς κατηγορίας. Ὡρισμένοι ἀσθενεῖς μὲ σ. Menière ἔχουν εὑρεθῆ νὰ παρουσιάζουν καθίζησι ἀνοσοσυμπλεγμάτων στὸν ἐνδολεμφικὸ σάκκο (ἀνοσοφθορισμός). Ὁ ἐνδολεμφικὸς ὕδρωψ στὴν περίπτωσι αὐτὴ εἶναι ἀπὸ ἐπιβράδυνσι τῆς ἀποχετεύσεως τῆς ἔσω λέμφου.
                                                                                                                                                           
Τῦπος IV (κυτταρικὴ ἀνοσία: Τ-λεμφοκύτταρα)
Χαρακτηρίζεται ἀπὸ
καθυστερημένη ὑπερευαισθησία μὲ τὴ διαμεσολάβησι Τ-λεμφοκυττάρων. Εἶναι ὁ μηχανισμὸς πρότυπο γιὰ τὴν ἀπόρριψι μοσχευμάτων. Εὐαισθητοποιημένα Τ-λεμφοκύτταρα ἐνεργοποιοῦνται ἀπὸ ἀντιγόνα εὑρισκόμενα πάνω σὲ κάποια κύτταρα (κύτταρα-στόχοι τῆς ἀνοσοαντιδράσεως) καὶ ἐπακολουθεῖ εἴτε ἀπ' εὐθείας λῦσι τοῦ κυττάρου-στόχου, εἴτε ἔκκλυσι λεμφοκινῶν, ποὺ προσελκύουν ἄλλα κύτταρα τῆς φυσικῆς ἀνοσίας, τὰ ὁποῖα φαγοκυτταρώνουν τὸ κύτταρο-στόχο. Ὁ τῦπος IV θεωρεῖται ὑπεύθυνος γιὰ κάποιες περιπτώσεις Αὐτοανόσου ᾿Ωτολογικῆς Νόσου (πχ στὸ σ. Cogan), ὅπως  ἔχει καταδειχθῆ μὲ τὴ δοκιμασία LTT (μεταμορφώσεως λεμφοκυττάρων).                                                                                                                                                            

ΜΕΡΟΣ Β: Μερικὰ αὐτοάνοσα νοσήματα ἢ σύνδρομα

 

Συστηματικὸς Ἐρυθηματώδης Λῦκος

Πολυσυστηματικὴ νόσος, χαρακτηριζομένη ἀπὸ τὴν ἀνεύρεσι ἀντισωμάτων κατὰ τοῦ DNA. Προσβάλλει κατὰ προτίμησιν τοὺς πνεύμονες, τοὺς νεφρούς, τὴν καρδιά, τὶς ἀρθρώσεις, τὸ ἧπαρ καὶ τὸ νευρικὸ σύστημα. Ἡ ἀγγειίτις εἶναι βασικὸ στοιχεῖο τῆς νόσου. Οἱ τυπικὲς δερματικὲς βλάβες τοῦ προσώπου, δίκην πεταλούδας, εἶναι ὅπως στὴ φωτογραφία. Οἱ ὠτολογικὲς ἐκδηλώσεις περιλαμβάνουν χρονία μέση ὠτίτιδα μὲ νεκρωτικὴ ἀγγειίτιδα, προοδευτικὴ βαρηκοΐα ἀντιλήψεως, ἴλιγγο καὶ ἀστάθεια.

 

Ρευματοειδὴς Ἀρθρῖτις

Πολυσυστηματικὴ νόσος ποὺ κυρίως προσβάλλει τὶς μικρὲς ἀρθρώσεις. Χαρακτηρίζεται πολὺ συχνὰ ἀπὸ τὴν ἀνεύρεσι τοῦ Ρευματοειδοῦς Παράγοντος (περιλαμβάνει διάφορα κλάσματα IgM καὶ IgG). Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ παραμόρφωσι ποὺ προκαλεῖ στὰ χέρια, ὅπως στὴ φωτογραφία. Οἱ ὠτολογικὲς ἐκδηλώσεις περιλαμβάνουν ἐνδοτυμπανικὴ ἀρθρίτιδα μὲ βαρηκοΐα ἀγωγιμότητος, καὶ συμμετρικὴ βαρηκοΐα ἀντιλήψεως.

                                                                                                                                                           

Ὀζώδης Πολυαρτηρῖτις

Χαρακτηρίζεται ἀπὸ νεκρωτικὴ ἀγγειίτιδα τῶν μικρῶν καὶ μεσαίων ἀρτηριῶν, ποὺ προτιμᾷ τὰ νεφρικὰ ἀγγεῖα. Ἡ ὠτολογικὴ προσβολὴ ὀφείλεται σὲ ἀγγειίτιδα, λαβυρινθικὴ ἰσχαιμία, ἴνωσι καὶ νεο-οστεογένεσι, μὲ μεγάλη βαρηκοΐα ἀντιλήψεως.

 

Κοκκιωμάτωσις Wegener

Πολυσυστηματικὴ νόσος μὲ ἀγγειίτιδα καὶ νεκρωτικὰ κοκκιώματα, κυρίως στὸ ἀνώτερο καὶ κατώτερο ἀναπνευστικὸ καὶ τοὺς νεφρούς. Χαρακτηριστικὸ εὕρημα εἶναι τὰ ἀντισώματα κατὰ τοῦ κυτταροπλάσματος οὐδετεροφίλων (ΑΝCA) καὶ κατὰ τῆς πρωτεϊνάσης 3. Στὴν παραπλεύρως ἱστολογικὴ εἰκόνα διακρίνεται τυπικὸ νεκρωτικὸ κοκκίωμα. Ἡ διάγνωσις τίθεται μὲ δυσκολία, διότι συχνὰ ἀκόμη καὶ ἡ βιοψία ἀπὸ ἱστικὴ βλάβη δὲν εἶναι παθογνωμονική. Ἡ συχνότερη ὠτολογικὴ ἐκδήλωσι εἶναι ἡ ὑποτροπιάζουσα ὀρώδης μέση ὠτῖτις, ποὺ μπορεῖ νὰ προηγῆται πολλὰ χρόνια τῆς διαγνώσεως, περιγράφεται ὅμως καὶ λαβυρινθοπάθεια ἐξ ἀγγειίτιδος.

                                                                                                                                                          

Ὑποτροπιάζουσα Πολυχονδρῖτις

Προσβάλλει καθ' ὑποτροπὴν τοὺς χόνδρους τοῦ αὐτιοῦ, τῆς μύτης, τοῦ λάρυγγος, τῆς τραχείας καὶ τῶν ἀρθρώσεων, καθὼς καὶ τὸν μέσο χιτῶνα τῶν μεγάλων ἀρτηριῶν. Ἀνευρίσκονται αὐτοαντισώματα κατὰ χονδρικῶν ἀντιγόνων τύπου ΙΙ καὶ ΙΧ, καθὼς καὶ ἐνεργοποίησις Τ-λεμφοκυττάρων. Ἀπὸ τὰ ἐργαστηριακὰ εὑρήματα ἐπηρεάζεται πολὺ ἡ ΤΚΕ καὶ οἱ ἀνοσοσφαιρίνες, ἐνίοτε μὲ ψευδῶς θετικὴ VDRL. Στὴν ἱστολογικὴ εἰκόνα παραπλεύρως φαίνεται περιοχὴ μὲ ὑγιᾶ χόνδρο καὶ δίπλα του τὸ φλεγμονῶδες κοκκίωμα. Ἡ ὠτολογικὴ προσβολὴ εἶναι βαρειά, λόγῳ συμμετοχῆς, ἐκτὸς τῆς ἀγγειίτιδος, καὶ τῆς ὀροφαίας μεμβράνης καὶ μερῶν τῆς ὠτικῆς κάψης, ὅπου παραμένουν ἑστίες ἐμβρθϊκοῦ χόνδρου.

                                                                                                                                                           

Σύνδρομο Cogan

Νέοι ἐνήλικες μὲ αἰθουσοκοχλιακὰ συμπτώματα καὶ μή συφιλιδικὴ διάμεσο κερατίτιδα τῶν ὀφθαλμῶν, καθ' ὑποτροπήν. Στὴν παραπλεύρως φωτογραφία διακρίνεται ἡ παραμόρφωσις τῆς ἴριδος. Τὰ ὠτολογικὰ συμπτώματα ὀφείλονται σὲ ἐνδολεμφικὸ ὕδρωπα, νεο-οστεογένεσι, ἐκφύλισι τοῦ ἐλικώδους γαγγλίου μὲ λεμφοκυτταρικὴ διήθησι καὶ κυστικὴ ἐκφύλισι τῆς ἀγγειώδους ταινίας. Πρόκειται γιὰ φαινόμενο αὐτοανοσίας τύπου ΙV.

 

Σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada
Παρόμοιο μὲ τὸ σ. Cogan (ἀντὶ τοῦ κερατοειδοῦς προσβάλλεται ὁ χοριοειδής χιτὼν τοῦ ματιοῦ) καὶ συνυπάρχει ἀποχρωματισμὸς τῆς μελανίνης τοῦ ὀφθαλμοῦ καὶ τοῦ ΚΝΣ. Θεωρεῖται ὅτι πρόκειται γιὰ αὐτοανοσία κατὰ τῶν μελανοκυττάρων τοῦ ΚΝΣ καὶ ἐξαρτημάτων του.

Σύνδρομο Ἀδαμαντιάδη-Behçet
Ὑποτροπιάζοντα ἔλκη στόματος καὶ γενητικῶν ὀργάνων, οὐρηθρῖτις, ἐπιπευφυκῖτις, ὀφθαλμικὴ καὶ δερματικὴ ἀγγειίτις. Ἐνίοτε μπορεῖ νὰ συνυπάρχῃ καὶ λαβυρινθῖτις.

Ἐπιπευφυκῖτις καὶ στοματικὲς ἀλλοιώσεις τοῦ συνδρόμου Ἀδαμαντιάδη-Behçet

                                                                                                                                                           

Συμπέρασμα

Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ προαναφερθέντα αὐτοάνοσα νοσήματα, ἂν ἀφεθοῦν στὴ φυσική τους ἐξέλιξι, ἔχουν κακὴ πρόγνωσι. Ἡ ἐγκαιρη διάγνωσι εἶναι σημαντική, διότι ἐλέγχει κανεὶς εὐκολότερα τὴν ἐκτροπὴ τοῦ ἀνοσοποιητικοῦ, ὅταν ἀκόμη δὲν ἔχει πάρει διαστάσεις. Ἀπὸ τὴν προηγηθεῖσα βραχεία ἀνασκόπησι προκύπτει ὅτι ἡ πιθανότης Αὐτοανόσου ᾿Ωτολογικῆς Νόσου πρέπει νὰ ἐξετάζεται σοβαρά, ὅταν ὑπάρχῃ βαρηκοΐα στὸ πλαίσιο αὐτοανόσων νοσημάτων. Ἐπίσης πρέπει νὰ περιλαμβάνεται μὲ μεγάλο δείκτη ὑποψίας στὴ διαφορικὴ διάγνωσι ταχέως ἐξελισσομένης βαρηκοΐας ἀντιλήψεως, ἰδίως ἂν εἶναι ἀμφοτερόπλευρη. Τὸ αὐτὸ ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ στὴ διερεύνησι τοῦ ὑποτροπιάζοντος ἰλίγγου, ἰδίως ἂν συνοδεύεται ἀπὸ βαρηκοΐα. Ὁ ἐργαστηριακὸς ἔλεγχος γίνεται μὲ τὴν ἐκτέλεσι pannel ἐξετάσεων. Παρὰ ταῦτα ἡ διάγνωσι πολλὲς φορὲς εἶναι δυσχερής, καὶ τίθεται μὲ ἄλλα κριτήρια, ὅπως τὰ ὀφελοῦντα φάρμακα καὶ ἡ μακροπρόθεσμη ἐξέλιξις.
                                                                                                                                                          

ΘΕΜΑΤΑ ΩΡΛ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ (βρίσκεσθε εδῶ)
 

Αὐτοάνοσος Ὠτολογικὴ Νόσος

Νόσος Menière

Ρινίτιδες  
Ἀτοπία (ἔκζεμα-ρινικοὶ πολύποδες-ἄσθμα)  Εὐσταχιανὴ Σάλπιγγα

***

Συγκοινωνίες καὶ Χῶρος Σταθμεύσεως
***
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΣ
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ ΑΚΟΟΛΟΓΙΑΣ-ΝΕΥΡΟΩΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΤΑΔΥΤΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ "MEDISUB"
ΦΩΝΙΑΤΡΙΚΗ

᾿Επικοινωνῆστε μαζί μας
 


210-6502000,  697-444-2112

Εργαστήριον ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ MEDISUB-Ελλ. Ινστιτούτο Προληπτικής Καταδυτικής Ιατρικής ΦΩΝΙΑΤΡΙΚΗ Πρόγραμμα δράσεως Αττική 2000+

Δρ. ΑΙΑΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ, ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΩΤΩΝ-ΡΙΝΟΣ-ΛΑΡΥΓΓΟΣ

ΧΡΗΣΙ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΤΩΝ ΣΕΛΙΔΩΝ ΑΥΤΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΙ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ,
ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΙ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΠΗΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
1